Αύγουστος


Αύγουστος
[августос] ουσ. а август.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "Αύγουστος" в других словарях:

  • Αὔγουστος — Augustus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αύγουστος — Τίτλος που δόθηκε από τη Σύγκλητο της Ρώμης το 27 π.Χ. στον Ιούλιο Καίσαρα Οκταβιανό, όταν νίκησε τον Αντώνιο και έμεινε μόνος κύριος της αρχής στη Ρώμη. Η λέξη σημαίνει στα λατινικά σεβαστός. Οι επόμενοι αυτοκράτορες διατήρησαν τον τίτλο ως… …   Dictionary of Greek

  • Αύγουστος, Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός — (Gaius Julius Caesar Octavianus Augustus, Ρώμη 63 π.Χ. – Νόλα 14 μ.Χ.). Ρωμαίος αυτοκράτορας. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου και της Αττίας, ανιψιάς του Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε (45 π.Χ.) και τον όρισε με διαθήκη κληρονόμο του. Όταν πέθανε ο …   Dictionary of Greek

  • Αύγουστος, Αιμίλιος Λεοπόλδος — (1772 1822). Δούκας του σαξονικού Γκότα του Αλτενβούργου, πρωτότοκος γιος του Ερνέστου B’ και της ηγεμονίδας Καρλότας Αμαλίας του σαξονικού Μάινεγκεν. Σπούδασε στη Γενεύη. Μετά τον θάνατο του πατέρα του (1804) ανέλαβε τη διοίκηση της χώρας του.… …   Dictionary of Greek

  • Αύγουστος, Φρειδερίκος Γουλιέλμος — (1779 1843). Πρίγκιπας της Πρωσίας, στρατηγός του πεζικού και αρχηγός του πυροβολικού, γιος του πρίγκιπα Α. Φερδινάνδου και της κόμισσας Άννας Ελισάβετ Λουίζας του Βραδεμβούργου. Πήρε μέρος στις μάχες της Δρέσδης, της Λειψίας κ.ά. Το 1815… …   Dictionary of Greek

  • Ερνέστος-Αύγουστος — I (Ernst Augustus, 1629 – 1698). Εκλέκτορας του Ανόβερου. Ήταν ο νεότερος γιος του δούκα Γεωργίου. Ως Διαμαρτυρόμενος επίσκοπος του Όσναμπρουκ, πήρε μέρος στον θρησκευτικό πόλεμο κατά της Γαλλίας όπου και διακρίθηκε. Ήταν φίλος και προστάτης του… …   Dictionary of Greek

  • Φρειδερίκος Αύγουστος — I Όνομα βασιλιάδων της Σαξονίας. 1. Φ.Α. A’ o Δίκαιος (1763 – 1827). Γιος και διάδοχος του εκλέκτορα Φρειδερίκου Χριστιανού, βασίλεψε αρχικά με την κηδεμονία του θείου του πρίγκιπα Ξαβιέρου. Το 1778 ανέλαβε μόνος του την εξουσία, την οποία άσκησε …   Dictionary of Greek

  • Άμπελ, Φρειδερίκος Αύγουστος, σερ — (Sir Frederick Augustus Abel, Λονδίνο 1827 – Γουάιτχολ Κορτ 1902). Άγγλος χημικός. Πραγματοποίησε σπουδαίες έρευνες και έλυσε διάφορα τεχνικά προβλήματα σχετικά με τη δυνατότητα ανάφλεξης του πετρελαίου, την παραγωγή του χάλυβα και την εφαρμογή… …   Dictionary of Greek

  • Βότι, Αύγουστος Ιωσήφ — (August Joseph Woti, 19ος αι.). Βέλγος φιλέλληνας και λοχαγός, από τις Βρυξέλλες. Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Διακρίθηκε στη μάχη του Πέτα, όπου ήταν σημαιοφόρος του σώματος των… …   Dictionary of Greek

  • Κάρολος Αύγουστος — (1757 – 1828). Δούκας (1775 1815) και αρχιδούκας (1815 28) της Βαϊμάρης. Πολέμησε στο Βαλμί και στη διάρκεια της ηγεμονίας του υπήρξε προστάτης των τεχνών και των γραμμάτων. Συνδέθηκε φιλικά με τον Γκέτε, όταν ο τελευταίος εγκαταστάθηκε στη… …   Dictionary of Greek